Ο καρκίνος του στομάχου συγκαταλέγεται στις κακοήθειες με σημαντικό κίνδυνο εμφάνισης υποθρεψίας, απώλειας σωματικού βάρους και μυϊκής μάζας. Η εντόπιση της νόσου στο ανώτερο πεπτικό σύστημα μπορεί να επηρεάσει άμεσα την πρόσληψη τροφής, ενώ η χειρουργική και συστηματική αντικαρκινική θεραπεία μπορούν να μεταβάλουν περαιτέρω την πέψη, την απορρόφηση και τη δυνατότητα κάλυψης των διατροφικών αναγκών.
Για τον λόγο αυτό, η διατροφική φροντίδα δεν περιορίζεται στη μετεγχειρητική περίοδο, όταν η χειρουργική αντιμετώπιση είναι εφικτή, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής θεραπευτικής προσέγγισης. Ξεκινά από τη διάγνωση, συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας και παραμένει σημαντική στη μακροχρόνια παρακολούθηση ακόμη και σε περίπτωση μερικής ή ολικής γαστρεκτομής.
Γιατί είναι αυξημένος ο διατροφικός κίνδυνος;
Η υποθρεψία στον καρκίνο του στομάχου είναι πολυπαραγοντική. Η παρουσία του όγκου μπορεί να σχετίζεται με:
- μειωμένη όρεξη
- πρώιμο κορεσμό
- ναυτία ή έμετο
- δυσφορία ή πόνο μετά το γεύμα
- μειωμένη συνολική πρόσληψη ενέργειας και πρωτεΐνης.
Παράλληλα, η συστηματική φλεγμονώδης απόκριση που μπορεί να συνοδεύει την κακοήθεια συμβάλλει σε μεταβολικές μεταβολές και αυξημένο καταβολισμό, με πιθανή απώλεια μυϊκής μάζας.
Επομένως, η αξιολόγηση ενός ασθενούς δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Ένας ασθενής μπορεί να έχει φυσιολογικό ή ακόμη και αυξημένο BMI και ταυτόχρονα να παρουσιάζει σημαντική απώλεια μυϊκής μάζας ή να βρίσκεται σε διατροφικό κίνδυνο.
Πριν από τη θεραπεία: τι πρέπει να αξιολογείται;
Η διατροφική αξιολόγηση είναι σημαντικό να πραγματοποιείται ήδη κατά τη διάγνωση και να επαναλαμβάνεται κατά την πορεία της θεραπείας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν:
- η ακούσια απώλεια βάρους και ο ρυθμός με τον οποίο αυτή έχει συμβεί
- η μεταβολή της πρόσληψης τροφής
- η παρουσία συμπτωμάτων που περιορίζουν τη σίτιση
- η μυϊκή μάζα και η λειτουργικότητα
- η επάρκεια της ενεργειακής και πρωτεϊνικής πρόσληψης
- η παρουσία φλεγμονής και άλλων παραγόντων που επηρεάζουν τη διατροφική κατάσταση.
Σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση, η έγκαιρη αξιολόγηση της διατροφικής κατάστασης πριν από το χειρουργείο είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε να εντοπιστεί πιθανή υποθρεψία και να εφαρμοστεί κατάλληλη διατροφική παρέμβαση.
Διατροφική υποστήριξη πριν από το χειρουργείο
Όταν η πρόσληψη μέσω της συνήθους διατροφής δεν επαρκεί για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών, μπορεί να χρειαστεί ενίσχυση της ενεργειακής και πρωτεϊνικής πρόσληψης, μέσω εμπλουτισμού των γευμάτων ή χρήσης πόσιμων διατροφικών συμπληρωμάτων. Σε περιπτώσεις όπου η από του στόματος σίτιση παραμένει ανεπαρκής, μπορεί να εξεταστεί η εφαρμογή εντερικής διατροφικής υποστήριξης.
Βασικός στόχος πριν από τη χειρουργική επέμβαση είναι η πρόληψη περαιτέρω απώλειας βάρους και μυϊκής μάζας, η επαρκής κάλυψη των αναγκών σε ενέργεια και πρωτεΐνη και η βελτιστοποίηση της διατροφικής κατάστασης του ασθενούς ενόψει της θεραπείας.
Για τον λόγο αυτό, αυστηρές δίαιτες απώλειας βάρους και μη τεκμηριωμένοι αποκλεισμοί τροφίμων δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την προεγχειρητική περίοδο, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ήδη μειωμένη πρόσληψη ή αυξημένος κίνδυνος υποθρεψίας.
Τι αλλάζει μετά τη γαστρεκτομή;
Η μερική ή ολική γαστρεκτομή μεταβάλλει σημαντικά τη φυσιολογία του ανώτερου πεπτικού συστήματος.
Η μείωση ή απουσία τμήματος του στομάχου περιορίζει την ποσότητα τροφής που μπορεί να καταναλωθεί σε ένα γεύμα και μπορεί να επιταχύνει τη μεταφορά του γαστρικού περιεχομένου προς το λεπτό έντερο.
Έτσι, μετά την επέμβαση μπορεί να εμφανιστούν:
- πρώιμος κορεσμός
- μειωμένη ανοχή σε μεγάλα γεύματα
- ναυτία ή κοιλιακή δυσφορία
- διάρροια
- dumping syndrome
- ανεπαρκής ενεργειακή και πρωτεϊνική πρόσληψη
- συνεχιζόμενη απώλεια βάρους και μυϊκής μάζας
- ανεπάρκειες βιταμινών και ιχνοστοιχείων.
Η προσαρμογή της διατροφής είναι επομένως μέρος της μετεγχειρητικής αντιμετώπισης και εξελίσσεται σταδιακά ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς.
Μικρά και συχνά γεύματα
Μετά τη γαστρεκτομή, η κατανάλωση της ημερήσιας τροφής σε 2–3 μεγάλα γεύματα συχνά δεν είναι καλά ανεκτή. Η κατανομή της πρόσληψης σε μικρότερα και συχνότερα γεύματα μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ανοχής και στη σταδιακή κάλυψη των ενεργειακών και πρωτεϊνικών αναγκών. Η μικρή ποσότητα, ωστόσο, δεν πρέπει να σημαίνει και χαμηλή διατροφική αξία. Όταν η συνολική ποσότητα τροφής είναι περιορισμένη, αυξάνεται η σημασία της ενεργειακής και πρωτεϊνικής πυκνότητας των γευμάτων.
Πρωτεΐνη και διατήρηση της μυϊκής μάζας
Η απώλεια μυϊκής μάζας αποτελεί σημαντικό ζήτημα στην ογκολογική φροντίδα και μπορεί να συνυπάρχει με απώλεια βάρους ή ακόμη και να μην είναι εμφανής μόνο από τη μεταβολή του σωματικού βάρους.
Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό να επιδιώκεται επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης και να κατανέμεται, όσο είναι εφικτό, στα γεύματα της ημέρας.
Όταν η πρόσληψη μέσω της συνήθους διατροφής δεν επαρκεί, μπορεί να εξεταστεί η χρήση εμπλουτισμένων τροφίμων ή πόσιμων διατροφικών συμπληρωμάτων, ανάλογα με τις ανάγκες και την ανοχή του ασθενούς.
Dumping syndrome: γιατί εμφανίζεται;
Το dumping syndrome αποτελεί χαρακτηριστική πιθανή συνέπεια των επεμβάσεων στο στομάχι και σχετίζεται με την ταχεία μεταφορά του γεύματος στο λεπτό έντερο.
Διακρίνεται συνήθως σε πρώιμο και όψιμο dumping.
Πρώιμο dumping
Εμφανίζεται σχετικά σύντομα μετά το γεύμα και μπορεί να προκαλέσει:
- κοιλιακό άλγος ή κράμπες
- διάρροια
- ναυτία
- αίσθημα πληρότητας
- ταχυκαρδία
- εφίδρωση
- ζάλη ή αδυναμία.
Όψιμο dumping
Το όψιμο dumping εμφανίζεται συνήθως 1–3 ώρες μετά το γεύμα και οφείλεται στην ταχεία απορρόφηση υδατανθράκων, η οποία προκαλεί έντονη έκκριση ινσουλίνης και επακόλουθη μεταγευματική υπογλυκαιμία. Μπορεί να εκδηλωθεί με τρόμο, εφίδρωση, αδυναμία, αίσθημα πείνας, ζάλη ή δυσκολία συγκέντρωσης. Η διατροφική αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως σε μικρά και συχνά γεύματα, στον περιορισμό των απλών και ταχέως απορροφήσιμων σακχάρων και στην επιλογή υδατανθράκων χαμηλότερου γλυκαιμικού δείκτη, σε συνδυασμό με πηγές πρωτεΐνης και λίπους, με στόχο τον περιορισμό των απότομων μεταβολών της γλυκόζης μετά το γεύμα.
Υγρά μαζί ή ανάμεσα στα γεύματα;
Σε ορισμένους ασθενείς, η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας υγρών ταυτόχρονα με το γεύμα μπορεί να αυξάνει το αίσθημα πληρότητας και να περιορίζει περαιτέρω την πρόσληψη στερεάς τροφής. Επιπλέον, σε ασθενείς με dumping syndrome μπορεί να χρειαστεί διαφορετική χρονική κατανομή των υγρών. Για τον λόγο αυτό, συχνά προτιμάται μέρος των υγρών να καταναλώνεται ανάμεσα στα γεύματα και όχι κατά την διάρκεια, διατηρώντας παράλληλα επαρκή συνολική ημερήσια κατανάλωση υγρών καθημερινά.
Ανεπάρκειες σε μικροθρεπτικά συστατικά μετά τη γαστρεκτομή
Η διατροφική παρακολούθηση δεν ολοκληρώνεται όταν ο ασθενής αρχίσει να τρώει καλύτερα. Μετά από γαστρεκτομή μπορεί να εμφανιστούν μακροπρόθεσμα ανεπάρκειες συγκεκριμένων μικροθρεπτικών συστατικών.
Βιταμίνη Β12
Η μείωση ή απουσία παραγωγής ενδογενούς παράγοντα (intrinsic factor) μετά από εκτεταμένη ή ολική γαστρεκτομή επηρεάζει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12. Για τον λόγο αυτό απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση και, ιδιαίτερα μετά από ολική γαστρεκτομή, συνήθως απαιτείται συμπληρωματική χορήγηση.
Σίδηρος
Η μειωμένη πρόσληψη, οι μεταβολές στην πέψη και η τροποποίηση του γαστρεντερικού περιβάλλοντος μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση σιδηροπενίας και σιδηροπενικής αναιμίας.
Ασβέστιο και βιταμίνη D
Μετά από γαστρεκτομή μπορεί να παρατηρηθούν διαταραχές στην πρόσληψη και απορρόφηση ασβεστίου και βιταμίνης D, οι οποίες σε βάθος χρόνου ενδέχεται να επηρεάσουν την οστική υγεία. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα σε ασθενείς με εκτεταμένη ή ολική γαστρεκτομή, είναι σημαντική η τακτική παρακολούθηση της κατάστασης της βιταμίνης D και, όπου ενδείκνυται, του μεταβολισμού του ασβεστίου και της οστικής υγείας.
Παράλληλα, ανάλογα με το είδος της επέμβασης, τη διατροφική πρόσληψη και την παρουσία συμπτωμάτων ή εργαστηριακών ευρημάτων, μπορεί να απαιτείται έλεγχος και άλλων μικροθρεπτικών συστατικών, όπως φυλλικού οξέος, θειαμίνης και λιποδιαλυτών βιταμινών.
Τι συμβαίνει όταν συνυπάρχει χημειοθεραπεία;
Η περιεγχειρητική ή μετεγχειρητική συστηματική θεραπεία μπορεί να προσθέσει επιπλέον παράγοντες που επηρεάζουν τη θρέψη. Ναυτία, έμετοι, διάρροια, μεταβολές της γεύσης, ανορεξία, στοματικές ενοχλήσεις και κόπωση μπορούν να μειώσουν ακόμη περισσότερο την πρόσληψη τροφής. Σε αυτή την περίπτωση, η διατροφική παρέμβαση πρέπει να προσαρμόζεται στο συγκεκριμένο σύμπτωμα, στη χρονική φάση της θεραπείας και στην κατάσταση θρέψης του ασθενούς. Δεν υπάρχει μία ενιαία λίστα τροφίμων που πρέπει να αποκλείονται από όλους τους ασθενείς.
Συμπέρασμα
Η διατροφική υποστήριξη στον καρκίνο του στομάχου αποτελεί μέρος της συνολικής υποστηρικτικής αντιμετώπισης και χρειάζεται να προσαρμόζεται στο θεραπευτικό πλάνο και στην κλινική κατάσταση του ασθενούς. Από τη διάγνωση, ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη αναγνώριση του διατροφικού κινδύνου, της ανεπαρκούς πρόσληψης και της ακούσιας απώλειας βάρους ή μυϊκής μάζας, ώστε να εφαρμόζεται έγκαιρα η κατάλληλη διατροφική παρέμβαση.
Μετά από γαστρεκτομή, η διατροφική παρακολούθηση επικεντρώνεται στη σταδιακή προσαρμογή της πρόσληψης τροφής, στην κάλυψη των ενεργειακών και πρωτεϊνικών αναγκών και στη διαχείριση συμπτωμάτων που μπορεί να εμφανιστούν μετεγχειρητικά, όπως ο πρώιμος κορεσμός και το dumping syndrome. Παράλληλα, απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση πιθανών ελλείψεων σε μικροθρεπτικά συστατικά.
Κατά τη διάρκεια της συστηματικής αντικαρκινικής θεραπείας, η διατροφική κατάσταση χρειάζεται επίσης να επαναξιολογείται τακτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη διατροφική πρόσληψη, την παρουσία συμπτωμάτων, τις μεταβολές του σωματικού βάρους και της μυϊκής μάζας, καθώς και τη συνολική κλινική πορεία του ασθενούς.





