Κλινική Διατροφή

Συμπληρώματα διατροφής στον καρκίνο: Ποια χρειάζονται, ποια να αποφεύγω και πότε;

Ελένη Σκεπαρνάκου
Συμπληρώματα διατροφής στον καρκίνο: Ποια χρειάζονται, ποια να αποφεύγω και πότε;

Η διάγνωση του καρκίνου συχνά συνοδεύεται από ερωτήματα γύρω από τη διατροφή και τη χρήση συμπληρωμάτων. Βιταμίνη D, βιταμίνη C, σίδηρος, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, ωμέγα-3, πολυβιταμίνες και διάφορα φυτικά σκευάσματα είναι μερικά μόνο από όσα μπορεί να σκεφτεί ένας ασθενής να χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα προϊόν χαρακτηρίζεται ως «φυσικό» ή ως συμπλήρωμα διατροφής δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητα ασφαλές κατά την ογκολογική θεραπεία. Ορισμένα συμπληρώματα μπορεί να είναι χρήσιμα όταν υπάρχει πραγματική διατροφική ανάγκη ή τεκμηριωμένη ανεπάρκεια, ενώ άλλα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τη θεραπεία.

Χρειάζονται όλοι οι ογκολογικοί ασθενείς συμπληρώματα;

Όχι.

Η ύπαρξη καρκίνου από μόνη της δεν αποτελεί ένδειξη για τη λήψη βιταμινών, μετάλλων ή άλλων συμπληρωμάτων.

Οι διεθνείς συστάσεις δίνουν έμφαση στην κάλυψη των αναγκών μέσω μιας επαρκούς διατροφής και αποθαρρύνουν τη χρήση υψηλών δόσεων μικροθρεπτικών συστατικών όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένη ανεπάρκεια.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι:

«Ποιο συμπλήρωμα πρέπει να παίρνει κάποιος επειδή έχει καρκίνο;»

αλλά:

«Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που αυτός ο ασθενής χρειάζεται συμπλήρωμα;»

Πότε μπορεί να χρειαστεί ένα συμπλήρωμα;

Η χορήγηση μπορεί να εξεταστεί όταν υπάρχει:

  • εργαστηριακά τεκμηριωμένη ανεπάρκεια ή έλλειψη,
  • σημαντικά μειωμένη πρόσληψη τροφής,
  • παρατεταμένη ανορεξία ή περιορισμένη ποικιλία στη διατροφή,
  • δυσαπορρόφηση,
  • ιδιαίτερα περιοριστική δίαιτα,
  • αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας λόγω της νόσου ή της θεραπείας,
  • ειδική κλινική ένδειξη που έχει αξιολογηθεί από την ιατρική και διατροφολογική ομάδα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το συμπλήρωμα δεν χορηγείται «για τον καρκίνο», αλλά για να αντιμετωπιστεί μια συγκεκριμένη διατροφική ή κλινική ανάγκη.

Ποια συμπληρώματα μπορεί να χρειαστούν;

Βιταμίνη D

Η βιταμίνη D μπορεί να χρειαστεί όταν διαπιστώνεται ανεπάρκεια ή όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη για την υποστήριξη της υγείας των οστών. Η κατάλληλη δόση δεν είναι ίδια για όλους και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τα επίπεδα της 25(OH)D, τη διατροφή πρόσληψη και το συνολικό κλινικό ιστορικό.

Σίδηρος

Η παρουσία αναιμίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι χρειάζεται σίδηρος. Πριν από τη χορήγησή του πρέπει να διερευνηθεί η αιτία της αναιμίας και να αξιολογηθούν οι κατάλληλοι εργαστηριακοί δείκτες. Επομένως, δεν είναι καλή πρακτική να ξεκινά κάποιος σίδηρο από μόνος του μόνο επειδή παρατήρησε χαμηλή αιμοσφαιρίνη στις εξετάσεις του.

Βιταμίνη Β12 και φυλλικό οξύ

Μπορεί να απαιτείται συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος όταν υπάρχει τεκμηριωμένη ανεπάρκεια, μειωμένη πρόσληψη ή συγκεκριμένη κατάσταση που επηρεάζει την απορρόφησή τους.

Παράλληλα, σε ορισμένες αντικαρκινικές θεραπείες η συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος και/ή βιταμίνης Β12 αποτελεί απαραίτητο μέρος του θεραπευτικού σχήματος, με στόχο κυρίως τη μείωση συγκεκριμένων τοξικοτήτων της θεραπείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θεραπεία με pemetrexed, κατά την οποία προβλέπεται συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12.

Επομένως, η λήψη τους πρέπει να ακολουθεί τις οδηγίες της ογκολογικής ομάδας και να βασίζεται είτε σε συγκεκριμένη κλινική ανάγκη είτε στις απαιτήσεις της αντικαρκινικής θεραπείας και όχι στην αντίληψη ότι «οι βιταμίνες Β δίνουν ενέργεια».

Ασβέστιο

Η πρόσληψη ασβεστίου έχει ιδιαίτερη σημασία για την υγεία των οστών. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να συστηθεί συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου και/ή βιταμίνης D, ανάλογα με τη διατροφική πρόσληψη, την οστική υγεία και τη θεραπεία που λαμβάνουν.

Πόσιμα συμπληρώματα ειδικής διατροφής

Τα συμπληρώματα διατροφής δεν περιορίζονται στις βιταμίνες, τα μέταλλα και τα ιχνοστοιχεία. Στην ογκολογική διατροφική υποστήριξη μπορούν να χρησιμοποιηθούν και πόσιμα συμπληρώματα διατροφής (Oral Nutritional Supplements – ONS), όταν η συνήθης διατροφή δεν επαρκεί για την κάλυψη των ενεργειακών και θρεπτικών αναγκών του ασθενούς.

Η χρήση τους μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις μειωμένης όρεξης, ανεπαρκούς πρόσληψης τροφής, ακούσιας απώλειας βάρους ή αυξημένων αναγκών σε ενέργεια και πρωτεΐνη. Παράλληλα, μπορεί να διευκολύνουν τη διατροφική υποστήριξη όταν ανεπιθύμητες ενέργειες της νόσου ή της θεραπείας, όπως ναυτία, μεταβολές στη γεύση, στοματίτιδα, ξηροστομία ή δυσκολία στη μάσηση και την κατάποση, περιορίζουν την ποσότητα ή το είδος των τροφίμων που μπορεί να καταναλώσει ο ασθενής.

Τα προϊόντα αυτά διατίθενται πλέον σε διαφορετικές μορφές και υφές, όπως ροφήματα, κρέμες, ζελέ, σκόνη και άλλα συμπυκνωμένα σκευάσματα, ώστε να μπορεί να επιλεγεί εκείνο που είναι καλύτερα ανεκτό από τον κάθε ασθενή. Παράλληλα, υπάρχουν σε πολλές διαφορετικές γεύσεις, γεγονός που μπορεί να διευκολύνει την κατανάλωσή τους ιδιαίτερα όταν υπάρχουν αλλαγές στη γεύση ή αποστροφή προς συγκεκριμένες τροφές κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Δεν έχουν, όμως, όλα τα πόσιμα συμπληρώματα την ίδια σύσταση. Υπάρχουν προϊόντα με διαφορετική ενεργειακή πυκνότητα και περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, καθώς και εξειδικευμένες συνθέσεις που διαφοροποιούνται ως προς την περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, λιπίδια, φυτικές ίνες, ηλεκτρολύτες και άλλα θρεπτικά συστατικά. Έτσι, η επιλογή μπορεί να προσαρμόζεται τόσο στις διατροφικές ανάγκες όσο και σε συνοδά νοσήματα ή ιδιαίτερες κλινικές καταστάσεις, όπως για παράδειγμα ο σακχαρώδης διαβήτης, η νεφρική δυσλειτουργία ή προβλήματα δυσαπορρόφησης.

Επομένως, η επιλογή ενός συμπληρώματος δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση τη γεύση ή τις θερμίδες που περιέχει. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη η διατροφική κατάσταση, η απώλεια βάρους, η δυνατότητα πρόσληψης τροφής, οι ανάγκες σε ενέργεια και πρωτεΐνη, τα συμπτώματα, η λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος και τυχόν συνοδά νοσήματα.

Τι ισχύει για τις πολυβιταμίνες;

Η διάγνωση του καρκίνου δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη για τη λήψη πολυβιταμινούχου σκευάσματος. Εφόσον η διατροφή είναι επαρκής και καλύπτει τις ανάγκες του οργανισμού, η συστηματική χρήση πολυβιταμινών δεν προσφέρει απαραίτητα πρόσθετο όφελος.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της νόσου και της θεραπείας μπορεί να υπάρξουν περίοδοι κατά τις οποίες η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά ή αποκλείονται για μεγάλο χρονικό διάστημα ολόκληρες ομάδες τροφίμων. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να αξιολογείται εάν υπάρχει κίνδυνος ανεπαρκούς πρόσληψης συγκεκριμένων βιταμινών και μετάλλων και εάν απαιτείται συμπληρωματική χορήγησή τους.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα σκευάσματα που περιέχουν πολύ υψηλές δόσεις βιταμινών, μετάλλων ή αντιοξειδωτικών. Η μεγαλύτερη δόση δεν συνεπάγεται μεγαλύτερο όφελος και, ανάλογα με το συστατικό και την αντικαρκινική θεραπεία, μπορεί να υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες ή πιθανές αλληλεπιδράσεις.

Για τον λόγο αυτό, πριν από την έναρξη μιας πολυβιταμίνης είναι σημαντικό να ελέγχεται η σύνθεση και η δοσολογία της και να λαμβάνονται υπόψη η διατροφική πρόσληψη, πιθανές εργαστηριακά τεκμηριωμένες ανεπάρκειες και η θεραπεία που λαμβάνει ο ασθενής.

Ιδιαίτερη προσοχή στα αντιοξειδωτικά σε υψηλές δόσεις

Ένα συχνό ερώτημα αφορά τη λήψη μεγάλων δόσεων:

  • βιταμίνης C,
  • βιταμίνης Ε,
  • β-καροτενίου,
  • άλλων αντιοξειδωτικών σκευασμάτων.

Τα αντιοξειδωτικά που βρίσκονται φυσιολογικά στα τρόφιμα δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα συμπλήρωμα που παρέχει πολύ υψηλές, συμπυκνωμένες δόσεις.

Για αρκετά αντιοξειδωτικά συμπληρώματα δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να θεωρούνται ασφαλή ως συμπληρωματική θεραπεία παράλληλα με την αντικαρκινική αγωγή, ενώ υπάρχουν ανησυχίες για πιθανή επίδραση στην αποτελεσματικότητα ορισμένων θεραπειών.

Για τον λόγο αυτό, η λήψη υψηλών δόσεων αντιοξειδωτικών κατά τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά χωρίς συνεννόηση με την ογκολογική ομάδα.

Είναι φυτικό, άρα είναι ασφαλές;

Όχι απαραίτητα. Η ένδειξη «φυτικό» ή «φυσικό» δεν σημαίνει ότι ένα προϊόν είναι πάντα ασφαλές κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας.

Τα βότανα και τα φυτικά εκχυλίσματα περιέχουν βιολογικά δραστικές ουσίες, οι οποίες μπορεί να μεταβολίζονται στο ήπαρ, να επηρεάζουν ένζυμα που συμμετέχουν στον μεταβολισμό φαρμάκων ή να παρουσιάζουν οι ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες. Έτσι, υπάρχει πιθανότητα να επηρεάσουν τη δράση ή την τοξικότητα ορισμένων αντικαρκινικών θεραπειών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η αντικαρκινική αγωγή έχει επίσης πιθανή ηπατοτοξικότητα. Εάν παράλληλα χρησιμοποιούνται φυτικά σκευάσματα, μια αύξηση των ηπατικών ενζύμων μπορεί να δυσκολέψει την εκτίμηση του πραγματικού αιτίου της ηπατικής διαταραχής και να καταστήσει πιο σύνθετη τη διαχείριση της θεραπείας.

Για τον λόγο αυτό, όλα τα βότανα, φυτικά εκχυλίσματα και συμπληρώματα που λαμβάνει ένας ασθενής πρέπει να είναι γνωστά στην ογκολογική ομάδα, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται περιστασιακά ή θεωρούνται «αθώα» επειδή είναι φυσικής προέλευσης, γιατί μπορεί να μην είναι τόσο αθώα. Καλό θα ήταν σε κάθε περίπτωση να αποφεύγονται. 

Μπορούν τα συμπληρώματα να θεραπεύσουν τον καρκίνο;

Κατηγορηματικά ΟΧΙ.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάποια βιταμίνη, μέταλλο, συμπλήρωμα, βότανο ή συνδυασμός αυτών μπορεί να θεραπεύσει τον καρκίνο ή να εμποδίσει την υποτροπή του.

Αυτό είναι σημαντικό επειδή ισχυρισμοί όπως:

«ενισχύει την αντικαρκινική άμυνα», «σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα», «αποτοξινώνει τον οργανισμό»

δεν αποτελούν επιστημονική τεκμηρίωση για τη χρήση ενός προϊόντος.

Πριν ξεκινήσετε ένα συμπλήρωμα, χρειάζεται να γνωρίζουμε:

🔹 Γιατί το χρειάζομαι; Υπάρχει τεκμηριωμένη ανεπάρκεια, αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας ή συγκεκριμένη κλινική ένδειξη;

🔹 Τι περιέχει; Ελέγχουμε όλα τα συστατικά του σκευάσματος και όχι μόνο εκείνο που αναγράφεται ως κύριο συστατικό στη συσκευασία.

🔹 Σε ποια δόση; Μεγαλύτερη δόση δεν σημαίνει απαραίτητα και μεγαλύτερο όφελος.

🔹 Ποια αντικαρκινική θεραπεία λαμβάνω; Η χημειοθεραπεία, η ανοσοθεραπεία, οι στοχευμένες θεραπείες, η ορμονοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία χρειάζονται διαφορετική αξιολόγηση ως προς την ασφάλεια της παράλληλης χρήσης ενός συμπληρώματος.

🔹 Το γνωρίζει η θεραπευτική μου ομάδα; Ο ογκολόγος και ο διαιτολόγος πρέπει να γνωρίζουν όλα τα συμπληρώματα, βιταμίνες και φυτικά σκευάσματα που χρησιμοποιούνται.

Συμπέρασμα

Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι ούτε απαραίτητα για όλους τους ογκολογικούς ασθενείς ούτε απαγορευμένα σε όλους.

Η σωστή προσέγγιση είναι η εξατομίκευση. Όταν υπάρχει τεκμηριωμένη ανεπάρκεια, ανεπαρκής πρόσληψη ή συγκεκριμένη κλινική ανάγκη, ένα κατάλληλα επιλεγμένο συμπλήρωμα μπορεί να αποτελέσει μέρος της διατροφικής φροντίδας. Αντίθετα, η αυθαίρετη χρήση υψηλών δόσεων βιταμινών, αντιοξειδωτικών ή φυτικών σκευασμάτων μπορεί να είναι περιττή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αλληλεπιδράσει με την αντικαρκινική θεραπεία.

Στόχος δεν είναι να παίρνουμε όσο περισσότερα συμπληρώματα γίνεται, αλλά να καλύπτουμε με ασφάλεια τις πραγματικές ανάγκες του κάθε ασθενούς.

Συχνές ερωτήσεις

Πρέπει να κάνω εξετάσεις πριν ξεκινήσω κάποιο συμπλήρωμα;+

Εξαρτάται από το συμπλήρωμα και τον λόγο για τον οποίο εξετάζεται η χορήγησή του. Για αρκετά μικροθρεπτικά συστατικά, οι εργαστηριακές εξετάσεις σε συνδυασμό με τη διατροφική και κλινική αξιολόγηση μπορούν να δείξουν εάν υπάρχει πραγματική ανεπάρκεια και να καθοδηγήσουν την κατάλληλη χορήγηση. Η λήψη ενός συμπληρώματος «προληπτικά», χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη, δεν είναι πάντα απαραίτητη.

Μπορώ να πάρω συμπληρώματα όσο κάνω χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία;+

Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλα τα συμπληρώματα και όλες τις θεραπείες. Η ασφάλεια εξαρτάται από το είδος και τη δόση του συμπληρώματος, αλλά και από την αντικαρκινική αγωγή που λαμβάνει ο ασθενής. Για τον λόγο αυτό, πριν ξεκινήσει οποιοδήποτε νέο συμπλήρωμα, είναι σημαντικό να ενημερώνεται η θεραπευτική ομάδα.

Πότε μπορεί να χρειαστώ ένα πόσιμο διατροφικό συμπλήρωμα;+

Τα πόσιμα συμπληρώματα διατροφής μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν η συνήθης διατροφή δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών, για παράδειγμα σε μειωμένη όρεξη, ακούσια απώλεια βάρους ή όταν συμπτώματα της νόσου και της θεραπείας δυσκολεύουν την πρόσληψη τροφής. Υπάρχουν συμπληρώματα σε διαφορετική πυκνότητα, υφή και γεύση και η επιλογή τους χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες και την κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Ελένη Σκεπαρνάκου, κλινική διαιτολόγος με εξειδίκευση στην ογκολογική διατροφή

Σχετικά με τη συγγραφέα

Ελένη Σκεπαρνάκου

Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Κλινική διαιτολόγος με εξειδίκευση στην ογκολογική διατροφή και μεταπτυχιακή κατάρτιση στη Νεοπλασματική Νόσο (Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ). Επιστημονική συνεργάτιδα της Ογκολογικής Μονάδας της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής ΕΚΠΑ στο Γ.Ν.Ν.Θ.Α. «Η Σωτηρία» και συν-συγγραφέας ερευνητικής μελέτης για τη διατροφική υποστήριξη επιζώντων καρκίνου του μαστού (μελέτη NutriLife, Healthcare 2025). Η προσέγγισή της στηρίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση.

Δείτε το πλήρες βιογραφικό →

Χρειάζεστε εξατομικευμένη καθοδήγηση;

Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Κλείστε ραντεβού για ένα διατροφικό πλάνο προσαρμοσμένο στις δικές σας ανάγκες.

Επικοινωνήστε μαζί μου

Σχετικά άρθρα