Η διατροφική φροντίδα αποτελεί σημαντικό μέρος της υποστηρικτικής αντιμετώπισης των ασθενών με καρκίνο του μαστού. Οι διατροφικές ανάγκες δεν παραμένουν σταθερές σε όλη την πορεία της νόσου, αλλά μπορεί να μεταβάλλονται ανάλογα με το είδος της αντικαρκινικής θεραπείας, τις ανεπιθύμητες ενέργειες, τη μεταβολική κατάσταση, τη σύσταση σώματος και τη συνολική κλινική εικόνα.
Χειρουργική αντιμετώπιση, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ενδοκρινική θεραπεία και στοχευμένες θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν με διαφορετικούς μηχανισμούς την πρόσληψη τροφής, το σωματικό βάρος και τη μυϊκή μάζα. Για τον λόγο αυτό, η διατροφική παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται στη συγκεκριμένη φάση της θεραπείας και όχι να βασίζεται σε ένα ενιαίο διατροφικό πρότυπο για όλες τις ασθενείς.
Διατροφική αξιολόγηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Η διατροφική κατάσταση δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά από το σωματικό βάρος ή τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρακολούθηση πιθανών μεταβολών του βάρους, της πρόσληψης τροφής, της μυϊκής μάζας και της λειτουργικότητας, καθώς και συμπτωμάτων που περιορίζουν την επαρκή σίτιση.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στον καρκίνο του μαστού, καθώς η διατροφική επιβάρυνση δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως απώλεια βάρους. Σε ορισμένες ασθενείς μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση του σωματικού βάρους ή του λιπώδους ιστού, παράλληλα με μείωση της μυϊκής μάζας. Επομένως, η διατήρηση του βάρους από μόνη της δεν αποκλείει δυσμενείς μεταβολές στη σύσταση σώματος.
Χημειοθεραπεία: όταν επηρεάζεται η πρόσληψη τροφής
Κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας μπορεί να εμφανιστούν ναυτία, έμετοι, μεταβολές της γεύσης και της όσφρησης, ξηροστομία, στοματίτιδα, διαταραχές των κενώσεων, ανορεξία και κόπωση. Η ένταση και η διάρκεια των συμπτωμάτων διαφέρουν ανάλογα με το θεραπευτικό σχήμα και την ανταπόκριση.
Όταν τα συμπτώματα οδηγούν σε μειωμένη πρόσληψη τροφής, βασικός διατροφικός στόχος είναι η διατήρηση επαρκούς ενεργειακής και πρωτεϊνικής πρόσληψης και ο περιορισμός της απώλειας μυϊκής μάζας. Η διατροφική στρατηγική προσαρμόζεται στο κυρίαρχο σύμπτωμα και μπορεί να περιλαμβάνει μικρότερα και συχνότερα γεύματα, τροποποίηση της υφής ή της θερμοκρασίας των τροφίμων και αύξηση της ενεργειακής και πρωτεϊνικής πυκνότητας όταν η συνολική ποσότητα τροφής είναι περιορισμένη.
Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν παρατηρείται ακούσια απώλεια βάρους ή μυϊκής μάζας. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκή Εταιρεία Κλινικής Διατροφής και Μεταβολισμού (ESPEN) για τους ασθενείς με καρκίνο, η πρόσληψη πρωτεΐνης θα πρέπει γενικά να υπερβαίνει το 1 g/kg σωματικού βάρους/ημέρα και, εφόσον είναι εφικτό, να προσεγγίζει έως περίπου 1,5 g/kg/ημέρα, με εξατομίκευση ανάλογα με την κλινική κατάσταση.
Κορτικοστεροειδή και μεταβολικές μεταβολές
Τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται συχνά κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας, μεταξύ άλλων ως μέρος της αντιεμετικής αγωγής ή για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών της θεραπείας. Η επίδρασή τους στη διατροφική και μεταβολική κατάσταση εξαρτάται από το είδος του κορτικοστεροειδούς, τη δόση, τη διάρκεια και τη συχνότητα χορήγησης, καθώς και από την παρουσία προϋπαρχόντων παραγόντων κινδύνου.
Η χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει αύξηση της όρεξης, υπεργλυκαιμία και κατακράτηση νατρίου και υγρών, με αποτέλεσμα σε ορισμένες ασθενείς να παρατηρούνται οίδημα και παροδική αύξηση του σωματικού βάρους. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται υψηλότερες δόσεις ή επαναλαμβανόμενα/παρατεταμένα σχήματα κορτικοστεροειδών, η διατροφική παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ημέρες χορήγησης και την κλινική και μεταβολική ανταπόκριση της ασθενούς.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην κατανάλωση απλών και πρόσθετων σακχάρων, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Συστήνεται περιορισμός τροφίμων και ροφημάτων με υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα σάκχαρα, όπως αναψυκτικά, γλυκά και άλλα τρόφιμα υψηλού γλυκαιμικού φορτίου, με παράλληλη έμφαση σε πηγές σύνθετων υδατανθράκων και φυτικών ινών και κατάλληλη κατανομή των υδατανθράκων στα γεύματα της ημέρας. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, προδιαβήτη ή εμφάνιση υπεργλυκαιμίας κατά τη θεραπεία, απαιτείται στενότερη παρακολούθηση και περαιτέρω εξατομίκευση.
Παράλληλα, μπορεί να απαιτείται περιορισμός της πρόσληψης νατρίου, ιδιαίτερα όταν παρατηρείται κατακράτηση υγρών, οίδημα ή σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους. Η μείωση του πρόσθετου αλατιού και των τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο μπορεί να συμβάλει στον καλύτερο έλεγχο της κατακράτησης υγρών. Φυσικά δεν πρέπει να παραλείπεται η επαρκής ενυδάτωση και η κάλυψη των αναγκών του οργανισμού σε πρωτεΐνη.
Οι παραπάνω περιορισμοί δεν χρειάζεται να εφαρμόζονται με την ίδια ένταση σε όλες τις ασθενείς. Η διατροφική διαχείριση εξατομικεύεται ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της κορτικοθεραπείας, τις ημέρες χορήγησης, τις μεταβολές της όρεξης και του σωματικού βάρους, την παρουσία οιδήματος και τις τιμές γλυκόζης, ώστε να αποφεύγονται τόσο οι μεταβολικές επιπλοκές όσο και περιττοί διατροφικοί περιορισμοί.
Ακτινοθεραπεία
Η ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μαστού συνήθως δεν προκαλεί διατροφικές επιπλοκές που μπορεί να εμφανιστούν μετά από ακτινοβόληση της κεφαλής και του τραχήλου ή του γαστρεντερικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η κόπωση μπορεί να επηρεάσει τη φυσική δραστηριότητα, την προετοιμασία των γευμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την όρεξη. Επομένως, η διατροφική παρακολούθηση εξακολουθεί να είναι σημαντική, ιδιαίτερα όταν η ακτινοθεραπεία ακολουθεί προηγούμενη συστηματική θεραπεία και υπάρχουν ήδη μεταβολές του βάρους ή της σύστασης σώματος.
Ορμονοθεραπεία: βάρος, σύσταση σώματος και μεταβολική υγεία
Η ορμονοθεραπεία αποτελεί βασικό τμήμα της θεραπείας του ορμονοευαίσθητου καρκίνου του μαστού και μπορεί να χορηγείται για αρκετά χρόνια. Ανάλογα με την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της νόσου, μπορεί να περιλαμβάνει εκλεκτικούς τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων, όπως η ταμοξιφαίνη, αναστολείς αρωματάσης ή καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας.
Σε αυτή τη φάση, το ενδιαφέρον της διατροφικής παρακολούθησης μετατοπίζεται συχνά από την αντιμετώπιση οξέων συμπτωμάτων προς τη μακροχρόνια διαχείριση της σύστασης σώματος και της μεταβολικής και οστικής υγείας.
Μεταβολές του σωματικού βάρους και της σύστασης σώματος μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ενώ η εμμηνόπαυση, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα και η προηγηθείσα χημειοθεραπεία μπορούν επίσης να συμβάλλουν. Για τον λόγο αυτό, η αύξηση βάρους δεν θα πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως αποκλειστικά στην ορμονοθεραπεία. Η διατροφική παρέμβαση έχει ως στόχο τη διατήρηση ενός κατάλληλου σωματικού βάρους, αλλά κυρίως τη διατήρηση της μυϊκής μάζας και τον περιορισμό της υπερβολικής συσσώρευσης λιπώδους ιστού. Ένα διατροφικό πρότυπο πλούσιο σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια, προϊόντα ολικής άλεσης και κατάλληλες πηγές πρωτεΐνης, με περιορισμό των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της συνολικής ογκολογικής θεραπείας.
Ορμονοθεραπεία και οστική υγεία
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην οστική υγεία. Η μείωση των οιστρογόνων, κυρίως κατά τη θεραπεία με αναστολείς αρωματάσης ή με καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας, μπορεί να επιταχύνει την απώλεια οστικής μάζας και να αυξήσει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και καταγμάτων. Η αξιολόγηση της πρόσληψης ασβεστίου και της κατάστασης της βιταμίνης D αποτελεί μέρος της συνολικής αντιμετώπισης, μαζί με την παρακολούθηση της οστικής πυκνότητας όπου ενδείκνυται και τη σωματική άσκηση. Η χορήγηση συμπληρωμάτων δεν θα πρέπει να γίνεται αυτοματοποιημένα, αλλά βάσει της διατροφικής πρόσληψης, των εργαστηριακών ευρημάτων και των ιατρικών ενδείξεων.
Σωματικό βάρος και σύσταση σώματος;
Στον καρκίνο του μαστού, η παρακολούθηση αποκλειστικά του αριθμού της ζυγαριάς μπορεί να είναι ανεπαρκής. Δύο ασθενείς με τον ίδιο ΔΜΣ μπορεί να έχουν σημαντικά διαφορετική ποσότητα μυϊκού και λιπώδους ιστού.
Η διατήρηση της μυϊκής μάζας είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η σαρκοπενία και οι δυσμενείς μεταβολές της σύστασης σώματος έχουν συσχετιστεί στη βιβλιογραφία με χειρότερες κλινικές εκβάσεις σε διάφορους πληθυσμούς ασθενών με καρκίνο. Για τον λόγο αυτό, η διατροφική υποστήριξη και η κατάλληλη σωματική δραστηριότητα θα πρέπει, όπου είναι εφικτό, να εξετάζονται παράλληλα.
Χρειάζεται να αποκλειστούν συγκεκριμένα τρόφιμα;
Η διάγνωση καρκίνου του μαστού δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη για τον αποκλεισμό συγκεκριμένων τροφίμων ή ολόκληρων ομάδων τροφίμων. Οι διατροφικοί περιορισμοί χρειάζεται να βασίζονται σε συγκεκριμένη κλινική ένδειξη και όχι στην αντίληψη ότι ένα μεμονωμένο τρόφιμο μπορεί να «τροφοδοτήσει» την ανάπτυξη του όγκου.
Ιδιαίτερη συζήτηση έχει υπάρξει σχετικά με τη σόγια, λόγω της περιεκτικότητάς της σε ισοφλαβόνες. Σύμφωνα με την American Cancer Society (ACS) και το World Cancer Research Fund (WCRF), τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση τροφίμων σόγιας αυξάνει τον κίνδυνο υποτροπής του καρκίνου του μαστού και, επομένως, δεν συστήνεται ο συστηματικός αποκλεισμός τους από τη διατροφή μετά τη διάγνωση.
Παράλληλα, ορισμένες μελέτες παρατήρησης έχουν συσχετίσει την κατανάλωση σόγιας μετά τη διάγνωση με χαμηλότερη θνησιμότητα και πιθανώς μικρότερο κίνδυνο υποτροπής. Ωστόσο, το WCRF χαρακτηρίζει ρητά την ισχύ αυτών των δεδομένων ως περιορισμένη (limited evidence). Συνεπώς, τα ευρήματα αυτά δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν αιτιώδη προστατευτική δράση της σόγιας ούτε για να υποστηρίξουν σύσταση έναρξης ή αύξησης της κατανάλωσής της με στόχο τη βελτίωση της πρόγνωσης.
Επομένως, τα τρόφιμα σόγιας μπορούν να εντάσσονται σε μια ισορροπημένη διατροφή χωρίς να απαιτείται ο αποκλεισμός τους λόγω της διάγνωσης. Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί η χρήση συμπληρωμάτων σόγιας ή συμπυκνωμένων ισοφλαβονών, για τα οποία τα δεδομένα είναι περισσότερο περιορισμένα και δεν μπορούν να εξομοιωθούν με εκείνα που αφορούν την κατανάλωση τροφίμων σόγιας.
Τι ισχύει για τα συμπληρώματα διατροφής;
Η χρήση βιταμινών, αντιοξειδωτικών, φυτικών σκευασμάτων ή άλλων συμπληρωμάτων κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας απαιτεί προσοχή. Το γεγονός ότι ένα προϊόν χαρακτηρίζεται ως «φυσικό» δεν αποκλείει πιθανές αλληλεπιδράσεις με τη φαρμακευτική αγωγή.
Τα συμπληρώματα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη ή συγκεκριμένη κλινική ένδειξη και σε συνεννόηση με την ογκολογική ομάδα. Η λήψη υψηλών δόσεων μικροθρεπτικών συστατικών χωρίς ένδειξη δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας επαρκούς διατροφής.
Μετά την ενεργό θεραπεία
Μετά την ολοκλήρωση της ενεργού θεραπείας, όταν η πρόσληψη τροφής έχει αποκατασταθεί και δεν υπάρχουν συμπτώματα που απαιτούν ειδικές προσαρμογές, οι διατροφικοί στόχοι αναπροσαρμόζονται.
Ένα διατροφικό πρότυπο με έμφαση στα τρόφιμα φυτικής προέλευσης, στα προϊόντα ολικής άλεσης, στα όσπρια και σε κατάλληλες πηγές πρωτεΐνης, παράλληλα με τη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και τακτικής φυσικής δραστηριότητας, βρίσκεται σε συμφωνία με τις διεθνείς συστάσεις για τους επιζώντες από καρκίνο.
Στις ασθενείς που συνεχίζουν μακροχρόνια ορμονοθεραπεία, η παρακολούθηση δεν σταματά με το τέλος της χημειοθεραπείας ή της ακτινοθεραπείας. Η σύσταση σώματος, η οστική υγεία και οι καρδιομεταβολικοί παράγοντες παραμένουν σημαντικοί στόχοι της μακροχρόνιας φροντίδας.
Συμπέρασμα
Δεν υπάρχει μία ενιαία «διατροφή για τον καρκίνο του μαστού». Οι διατροφικές προτεραιότητες μεταβάλλονται μαζί με τη θεραπεία: κατά τη χημειοθεραπεία μπορεί να προέχει η διατήρηση της πρόσληψης τροφής και της μυϊκής μάζας, ενώ κατά τη μακροχρόνια ορμονοθεραπεία μεγαλύτερη έμφαση μπορεί να απαιτείται στη σύσταση σώματος, στη μεταβολική υγεία και στην προστασία των οστών.
Η συστηματική διατροφική αξιολόγηση επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση αυτών των μεταβολών και την προσαρμογή της παρέμβασης στις πραγματικές ανάγκες της κάθε ασθενούς.
Οι διατροφικές ανάγκες κατά τη διάρκεια της θεραπείας για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι ίδιες για όλες τις ασθενείς και μπορεί να μεταβάλλονται ανάλογα με το θεραπευτικό σχήμα, τα συμπτώματα, τη σύσταση σώματος και τη συνολική κλινική εικόνα. Η εξατομικευμένη διατροφική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό των κατάλληλων διατροφικών στόχων και στην προσαρμογή της διατροφής σε κάθε στάδιο της θεραπείας.
Εάν χρειάζεστε ένα διατροφικό πλάνο προσαρμοσμένο στη θεραπεία και στις δικές σας ανάγκες, μπορείτε να προγραμματίσετε μια εξατομικευμένη συνεδρία διατροφικής υποστήριξης.





